- ἀπόδεσις
- ἀπόδεσις, εως, ἡ,A tying up,
ἡ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀ. τοῖς παιδίοις Arist.HA 587a12
;ἀ. ἐκ τοῦ πασσάλου Nicom.Harm.6
, cf. Iamb. VP26.118.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἡ τοῦ ὀμφαλοῦ ἀ. τοῖς παιδίοις Arist.HA 587a12
;ἀ. ἐκ τοῦ πασσάλου Nicom.Harm.6
, cf. Iamb. VP26.118.Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
απόδεσις — ἀπόδεσις, η (Α) [αποδέω (Ι)] το δέσιμο … Dictionary of Greek
ἀποδέσει — ἀπόδεσις tying up fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀποδέσεϊ , ἀπόδεσις tying up fem dat sg (epic) ἀπόδεσις tying up fem dat sg (attic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποδέσεις — ἀπόδεσις tying up fem nom/voc pl (attic epic) ἀπόδεσις tying up fem nom/acc pl (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀποδέσιες — ἀπόδεσις tying up fem nom/voc pl (epic doric ionic aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Рухо — рухло и рухлядь (стар.) разное движимое имущество, пожитки (γομος), ΰ также нужные вещи, запас ( απόδεσις) … Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона
ἀποδέσεως — ἀποδέσεω̆ς , ἀπόδεσις tying up fem gen sg (attic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀπόδεσιν — ἄπους without foot masc/fem/neut dat pl ἀπόδεσις tying up fem acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)